- σῑταρκέω
- σῑτ-αρκέω, mit hinlänglichem Proviant versehen, verproviantieren, den Soldaten od. gemieteten Arbeitern Kost u. Nahrung reichen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
σιταρκεῖν — σιταρκέω supply with provisions pres inf act (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταρκοῖεν — σιταρκέω supply with provisions pres opt act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταρκοῖντο — σιταρκέω supply with provisions pres opt mp 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταρκοῖτο — σιταρκέω supply with provisions pres opt mp 3rd sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταρκοῦνται — σιταρκέω supply with provisions pres ind mp 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταρκῆσαι — σιταρκέω supply with provisions aor inf act … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταρκήσων — σιταρκέω supply with provisions fut part act masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐσιταρκοῦντο — σιταρκέω supply with provisions imperf ind mp 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐσιτάρκησε — σιταρκέω supply with provisions aor ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταρκήσας — σιταρκήσᾱς , σιταρκέω supply with provisions aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)